ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

Άλλη μια μέρα ξεκινά και εγώ στο δρόμο
σε μια κατεύθυνση γνωστή κι όμως θολή
ποια να΄ ναι από όλες καθαρά δικός μου στόχος
και ποιος του κόσμου σκεπασμένη εντολή.
Αν μου χαρίσεις μια ζωή με χίλιες πόρτες
αν ξεκλειδώσεις το κλουβί και βρω φτερά
ίσως να αλλάξω διαδρομές, να αλλάξω γνώμες
και μπω σε δρόμους δίχως τοίχους και μπετά.

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ Ι
Μια αγκαλιά σου ζητώ, μόνο αυτό, του είπε
και αυτός χαμηλόφωνα απαντά, «μετά»
αυτή η απόσταση της μιας παλάμης στο λευκό τους σεντόνι
μοιάζει χιλιόμετρα και μια ζωή μακριά…
Κλείνει τα μάτια της, αλλάζει πλευρό, είναι οι λέξεις φτωχές
δίχως ήχο μιλά, «το δικό σου μετά έχει αγγίξει το δικό μου ποτέ».

ΓΡΑΜΜΗ
Το μεγάλο «Εγώ» με σκοτώνει
και θυμώνω που του έδωσα λόγο
το θυμάμαι και απλά μετανιώνω
η ζωή μια γραμμή που τελειώνει.
Με τις λέξεις πληγώθηκε κόσμος
δολοφόνος και αυτό με αγχώνει
πόσο ντρέπομαι όταν νυχτώνει
καρτερώ μ’ ένα όπλο στον ώμο.
Το μεγάλο «Εγώ» με σκοτώνει
τώρα ο θρόνος με κάρβουνο μοιάζει
στο απλά, το πολύ δεν ταιριάζει
μια γραμμή η ζωή που τελειώνει.

ΜΟΥΤΖΟΥΡΑ
Μια λέξη είσαι μόνο
σε φωνάζω, σε γράφω, σε θέλω
σε αφήνω να γίνεις ζωή, μουσική
σε διαγράφω, σε σβήνω, σε καίω.
Μια λέξη είσαι μόνο
κεφαλαίο μπροστά, οξεία, τελεία
με θυμώνεις, με σπας, με πουλάς
προσπαθώ μα δεν γράφεσαι ευθεία.
Μια λέξη είσαι μόνο
μια σταλιά, μια μουτζούρα στον άσπρο μου δρόμο
μια γόμα κρατώ, σε κοιτώ, σε μισώ
μια λέξη με τόνο είσαι, μόνο…

ΒΡΟΧΗ
Είναι στιγμές που νιώθω γυάλινο ποτήρι
την ώρα εκείνη που γλιστράει από τα χέρια σου
σπάει η καρδιά μου από τον κρότο στα πλακάκια
σπάει η σιωπή.
Μην περιμένεις να’ μαι άτρωτος κομήτης
ίσως μονάχα μία σπίθα από τα μάτια σου
αυτή η γιορτή μάλλον δεν έχει παλαμάκια
μόνο βροχή.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Εκεί που κατοικείς φοβάμαι να έρθω
μα ζούσες κάποτε ανάμεσά μας
φιγούρα ασκητική, μελαχρινή
σε έβλεπα σαν άγγελο και εσύ
τα πιο ωραία παραμύθια μου μιλούσες.
Εδώ που κατοικώ μην το ζηλεύεις
άλλωστε τίποτα δεν άλλαξε στη μνήμη
κουβέντες τόσες, θολές εικόνες
οι συμβουλές σου οι σοφές, είναι φορές
που απ’ τα σκοτάδια με γλυτώνουν που μισούσες.
Πέρασε η ώρα, θα σ’ αφήσω
είναι ωραίο να μιλάμε στη σιωπή
πέρασαν χρόνια, φουρτούνες, χιόνια
μα καλοκαίρια στη δική μας τη ψυχή και εσύ εκεί
τα πιο ωραία καλοκαίρια μου μιλούσες.

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ
Περπατώ και στο βάθος ο ήλιος
κάνει κρύο και είναι νωρίς
ο Δεκέμβρης ο μόνο μου φίλος
σ’ έναν δρόμο που μοιάζει μακρύς.
Δεν πειράζει που ο χρόνος κυλάει
δεν πειράζει που νυχτώνει νωρίς
μόνο να, ίσως λίγο πονάει
που για εμένα δεν ρωτάει κανείς.

ΚΙΜΩΛΙΑ
Ένας δρόμος σε έφερε πίσω
ένας δρόμος σε παίρνει ξανά.
Και η άνοιξη έχει ένα τέλος
μα δεν άφησε αίμα και βέλος
τα συρτάρια με αντίο γεμίζω
στη βροχή κιμωλία η χαρά.

ΘΥΜΑΜΑΙ
Θυμάμαι τους δρόμους που βάδιζα μόνος και έκλαιγα
ντρεπόμουν που ήμουν μικρός και κουβάλαγα τόσα
θυμάμαι τις σκάλες που καθόμουν κρυφά και περίμενα
μα κανείς δεν υπήρχε για να δούμε μαζί τα βαπόρια.
Θυμάμαι το πεύκο, την πυκνή του σκιά, του μίλαγα
σχεδόν τ’ αγαπούσα γιατί ήταν εκεί να μου κρύψει τη θλίψη
θυμάμαι που ευχόμουν να πεθάνω νωρίς, να γλύτωνα
μα η φωνή μου μικρή, δεν μπορούσε να μπει στο Θεού μου το σπίτι.
Θυμάμαι πολλά, όμως πέρασε χρόνος και άλλαξα
στους πέτρινους δρόμους δεν σε βλέπω παιδί, έχεις φύγει
για εσένα ήρθα πίσω να σε πάρω από εδώ, να τρέξουμε
μα ίσως ήδη πετάς στη ζωή που αγαπάς και αξίζεις.

ΕΓΩ
Μισώ κάθε δρόμο που σε πήρε μακριά μου
και εμένα.
Που στον έδειξα.