Ο ΦΟΝΙΑΣ
Σαν φωτιά, είναι στιγμές που νιώθω πως ξεσπάω.
Σαν λάβα, έτοιμη να θάψει οτιδήποτε κυλά.
Οι ώρες που το άδικο σε πνίγει
είναι οι ώρες που δοξάζεις τον φονιά!

ΣΩΠΑΙΝΩ
Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε φοβίζει η βροχή
οι νύχτες δίχως το φεγγάρι
της μοναξιάς το δάκρυ στο λευκό το μαξιλάρι
δεν σου μιλώ…
Σωπαίνω. Όταν σε βλέπω με το πρόσωπο σκυφτό
σβησμένο το χαμόγελο απ’ τα χείλη
χωρίς μια λέξη της χαράς, στη σκόνη πεταμένο δαχτυλίδι
δεν σου μιλώ…
Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε πληγώνει η ζωή
κανένας πως δεν νοιάζεται για σένα
διαβάτης στο σκοτάδι, στα χαμένα
δεν σου μιλώ…
Σωπαίνω. Όταν μου λες πως δεν σε αγάπησε κανείς
απαρηγόρητο γιατί που σιγοσβήνει
πως δεν σε ρώτησε κανείς τι θ’ απογίνεις
δεν σου μιλώ…
Σωπαίνω. Ίσως δεν βλέπεις πως δακρύζω στα κρυφά
ότι ματώνω όταν λες πως σε πληγώνουν
όταν πονάς όλες οι σκέψεις μου παγώνουν.
Τι να σου πω.
Ίσως δεν βλέπεις πως για σένα είμαι εδώ
δεν με κοιτάς και κάθε μέρα με πληγώνεις
και η σιωπή σου με πονά και με λυτρώνει.
Σωπαίνω. Αν θα μιλήσω θα σου πω το «σ’ αγαπώ»
και με φοβίζει ότι δεν θα με πιστέψεις.
Τι να σου πω.
Είμαι στο πλάι σου κι απόψε, μα σωπαίνω…

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Σου το χω πει πολλές φορές πως δεν μ’ αρέσεις.
Ξέρεις γιατί. Δεν είχες δύναμη ποτέ ν’ αλλάξεις την ζωή σου.
Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Είσαι δικός μου.
Όταν κλαίς, είμαι στο πλευρό σου.
Όταν γελάς, φωνάζω ότι αξίζεις.
Μα όμως φταις.
Και αυτό το βράδυ , σε βλέπω, είσαι έτοιμος να κλάψεις.
Είσαι παιδί ακόμα, μια μικρή ψυχή που ψάχνει για βασίλειο.
Γεννήθηκες μ’ ένα σκοπό και πρέπει να παλέψεις.
Μην τ’ αρνηθείς! Δεν είσαι σαν τους άλλους.
Και αν θέλεις να πιστεύεις πως είσαι έναν τίποτα, μην ξεγελάς τον εαυτό σου.
Σε ξέρω καλά μικρό παιδί.
Καθώς σε βλέπω στον καθρέφτη μου σκυφτό, χωρίς χαμόγελο να θες να μ’ αγκαλιάσεις
ξέρω καλά το τελευταίο μυστικό και απορώ που ακόμα λες πως δεν μου μοιάζεις.
Ξέρω καλά πως μ’ αγαπάς αληθινά και αν επιμένεις ένα τίποτα πως είσαι
βλέπω στα μάτια σου της νίκης την φωτιά Και σιγουρεύομαι πως Είσαι ότι Είμαι.

 

ΣΕ ΑΛΛΗ ΣΕΛΙΔΑ

Γελάς και νομίζεις ξεχνάς την πληγή που ματώνει
δειλός, των ματιών σου καημός, της αλήθειας η πόλη
μιλάς και το ξέρεις καλά πως η σκέψη κοστίζει
λιτός, φανερά μισητός, που τολμάς και ελπίζεις.
Γελάς και τον χρόνο ρωτάς αν μπορεί ν’ αγαπήσει
σκυφτός, κάποιου χθες τιμωρός που ζωή τον φοβίζει
ξεχνάς, με τα λόγια μεθάς και ζητάς καλοκαίρια
κοιτάς και αν δεν βλέπεις πολλά, τα περνάς για χαμένα.
Μην κλαίς, την αξία που θες θα στην δώσει η νύχτα
που πας, την πηγή που ζητάς σ’ άλλον δρόμο την είδα
μην κλαίς, ίσως να’ ναι σκληρό, μα δεν σβήνει η ελπίδα
μην κλαίς, η αγάπη που θες, είναι σ’ άλλη σελίδα.

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Χάνεται ο ‘Ήλιος στον βυθό της θάλασσας
τα σύννεφα καλύπτουν τον ουρανό σαν μουσκεμένα γκριζωπά φύλλα
τα δέντρα αντιστέκονται στον δυνατό παγερό αέρα
και οι σταγόνες της βροχής πέφτουν σαν μάννα στην διψασμένη γη.
Τα χέρια λεπτά, λευκά, κοκαλιασμένα
τα μάτια θολά, σκυφτά, ποτάμια στερεμένα
τα χείλη ξερά, σκισμένα, αφίλητα
και το πρόσωπο βουβό, χλωμό, ανέκφραστο.
Οι καρέκλες, ακίνητες, αμίλητες, μονάχες
τα βιβλία νεκρά, με εξώφυλλα θλιμμένα
το κρεβάτι αδειανό, νεκρικό, παγωμένο
και η νύχτα σκυφτή, σιωπηλή, πένθιμη.
Τα αστέρια, ανύπαρκτα, χαμένα, κρυμμένα
το φεγγάρι σκοτεινό, μισοσβησμένο, περίεργο
η ώρα αδιάφορη, τυχαία, απαθής
κ Το τασάκι αδειανό, λευκό, κρύο
το ταβάνι σκούρο, ακίνητο, το ίδιο σαν εχτές
το λουλούδι στο ποτήρι μαραμένο, νεκρό
και το σήμερα, αόρατο, ατίθασο, απύθμενο.
Οι άνθρωποι, άγνωστοι, δειλοί, πουλημένοι
οι φίλοι ανύπαρκτοι, χαμένοι, Ιούδες
οι φωνές λυπηρές, φρικτές, αγωνιώδεις
και οι ψυχές ματωμένες, πνιγμένες στον βούρκο.

Εγώ, σκοτωμένος, θαμμένος, νεκρός
και μνήμα ο κόσμος, το φως, η ζωή
το έγκλημα άγνωστο, ύπουλο, σιωπηλό
και το όνομα του δολοφόνου; Μοναξιά…

ΒΑΣΙΛΙΚΗ
Αποχρώσεις του χρυσού, καφέ και γκρι
χρώμα ξανθό, φύλλο, ταξιδεύει στον αέρα
μοιάζει νερό, μοιάζει ουρανός, μοιάζει με μέρα.
Στήλη λευκή, σε χώμα ιερό βαλμένη
γυναίκα γη, Ιέρεια, σοφή και μαγεμένη
κερνά κρασί, κερνά ζωή, κερνάει μέλι.
Τίποτα απλό, μισό, τίποτα λίγο
μια αστραπή και στο σκοτάδι λάμψη ανθίζει
μένει πιστή, κοιτάζει, μαγνητίζει.
Και σαν το φως και σαν σκιά καλά κρυμμένη
το ίδιο δυνατή, σεμνά με χάρη σκαλισμένη
λέξη λιτή, Βασιλική, αγαπημένη.